αράδιασμα

αράδιασμα
το, -ατος
η τοποθέτηση στη σειρά.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • παράταξη — η / παράταξις, άξεως, ΝΜΑ [παρατάσσω] η πράξη και το αποτέλεσμα τού παρατάσσω ή παρατάσσομαι, η τοποθέτηση τού ενός κοντά στον άλλο προκειμένου για περισσότερα από ένα άτομα, η τοποθέτηση στη σειρά, το αράδιασμα πραγμάτων νεοελλ. 1. η τάξη, η… …   Dictionary of Greek

  • φρέσκος — ια, ο, θηλ. και η, Ν 1. πρόσφατος, νωπός («φρέσκα φρούτα») 2. δροσερός («φρέσκο δέρμα») 3. μτφ. ζωηρός, ακμαίος («φρέσκο μυαλό») 4. το ουδ. ως ουσ. βλ. φρέσκο (Ι) 5. φρ. «φρέσκος αέρας» α) ευχάριστη, δροσερή ατμόσφαιρα β) ειρων. αράδιασμα λόγων… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”